Δεν όρισα εγώ τα τρένα που ανέβηκα στην ζωή μου. Μου τα όρισε η ζωή και δεν διαμαρτυρήθηκα. Ανέβαινα και πήγαινα σε επόμενους σταθμούς. Κατανοώ, κάπως ακούγεται τούτο. Σαν να μην όριζα. Ε, δεν όριζα, το κατάλαβα μέσα στο χρόνο, αφού ανεβοκατέβηκα αρκετά βαγόνια. Η ζωή, όπως και ο θάνατος, είναι οριστική, αναπόφευκτη. Ζω αναπόφευκτα μέχρι να πεθάνω. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να το αποδεχτώ. Όσο της αντιστέκομαι, θεωρώ εαυτό παντοδύναμο, ικανό να την ελέγξω, έστω στον ασήμαντο μικρόκοσμό μου, τον τόσο σημαντικό, δεν την δέχομαι ως να ήταν θάνατος που θέλω να αποφύγω.
Βρίσκω με τα χρόνια, ότι ο άνθρωπος γίνεται ισχυρός μόλις παραιτηθεί της 'παντοδυναμίας' του. Οξύμωρο διαβάζεται αυτό. Μα, μάλλον, έτσι είναι.